Skip to content

Ιστόλογος

Αρχή Νεότερα του 2016 H επανάσταση του 1821 στην Κρήτη
H επανάσταση του 1821 στην Κρήτη Εκτύπωση E-mail

Η «επίσημη» ελληνική ιστορία παραγνωρίζει την Κρήτη και την συμβολή της στους αγώνες για την ανεξαρτησία και την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού. Καταγράφει το ξεκίνημα της επανάστασης αλλά και τα επαναστατικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην ηπειρωτική Ελλάδα και αποσιωπά τα Κρητικά. Το γεγονός αυτό δεν έχει τύχει της προσοχής και της αντίδρασης -όπως θα έπρεπε- από τους κρητικούς ιστορικούς επιστήμονες και εκπαιδευτικούς…

Στην φετινή επέτειο, αναδημοσιεύω εδώ, ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου «είμαστε από καλή γενιά».

 alt

Η επανάσταση του 1821 στην Κρήτη ξεκίνησε από τα Σφακιά. Στις 7 Απριλίου έγινε συνέλευση των Σφακιανών στα Γλυκά Νερά, για να εξεταστεί η γενική κατάσταση στην Κρήτη και η δυνατότητα να συμπράξουν πολλές επαρχίες σε μια ενδεχόμενη επανάσταση. Στις 15 Απριλίου 1821, μετά από πρόσκληση των προκρίτων, συγκεντρώθηκαν όλα τα χωριά των Σφακιών και πολλοί άλλοι αντιπρόσωποι από άλλες επαρχίες σε γενική σύσκεψη στην Παναγία τη Θυμιανή και αποφάσισαν την επανάσταση. Οι εχθροπραξίες άρχισαν στις αρχές Ιουνίου και γενικεύτηκαν σ΄όλη την Δυτ. Κρήτη. Επικεφαλείς των επαναστατών ήταν οι Σφακιανοί οπλαρχηγοί Λ. Παναγιώτου και Γ. Δασκαλάκης (ή Τσελεπής, εγγονός του Δασκαλογιάννη), ο Σήφακας από τον Αποκόρωνα και οι αδελφοί Γιάννης και Βασίλης Χάλης από το Θέρισο.

Η αντίδραση των Τούρκων υπήρξε άμεση και φοβερή. Οι σφαγές στην πόλη ήταν άγριες. 400 χριστιανοί χάθηκαν μέσα σε λίγες ήμερες. Στις 19 Μαΐου απαγχονίστηκε ο επίσκοπος Κισσάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκης. Εξαγριωμένοι μουσουλμάνοι επέδραμαν στη γυναικεία μονή του Τιμίου Προδρόμου στις Κορακιές Ακρωτηρίου και κατάσφαξαν τις μοναχές αφού τις ατίμασαν πρώτα. Οι Τούρκοι αφού συγκέντρωσαν τις ένοπλες δυνάμεις τους στην πόλη επιχείρησαν επανειλημμένα με εξορμήσεις να διαλύσουν τις επαναστατικές εστίες στα ορεινά χωριά της Κυδωνίας και του Αποκόρωνα αλλά απέτυχαν. Σημαντική νίκη σημείωσαν οι επαναστάτες στις 15 Ιουνίου στους Λάκκους της Κυδωνίας, όταν ο Λατίφ Πασάς των Χανίων με 5.000 άνδρες ηττήθηκε κατά κράτος και ο στρατός του διασκορπίστηκε.

Κατά τα τέλη Ιουλίου ο Σερίφ Πασάς του Ηρακλείου, οργάνωσε μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Σφακίων, στην οποία συνέπραξαν και οι άλλοι Πασάδες του νησιού με το στρατό τους. Ο τουρκικός στρατός από τα ανατολικά έφτασε στα Χανιά, αφού κατέστρεψε τα χωριά του Αποκόρωνα στο πέρασμά του. Ο Οσμάν Πασά του Ρεθύμνου με τα στρατεύματά του κατόρθωσε να διεισδύσει στα Σφακιά στις 29 Αυγούστου. Η επαρχία υπέστη φρικτή καταστροφή, ανάλογη με εκείνη του 1770.

Παρ όλα αυτά η επανάσταση δεν κατάθεσε τα όπλα, κρατούσε ακόμη στα Χανιά και γρήγορα αναζωπυρώθηκε. Αρχές του Νοεμβρίου καταφθάνει στο Λουτρό Σφακίων ο Κομνηνός Αφεντούλης διορισμένος ως Γενικός Διοικητής και Αρχιστράτηγος Κρήτης από την κεντρική επαναστατική επιτροπή της Ελλάδας. Το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1821 οι επαναστάτες κατόρθωσαν να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και να απωθήσουν τους Τούρκους από τις θέσεις που είχαν καταλάβει.

Η πρώτη επιχείρηση των επαναστατών στις επαρχίες Σελίνου και Κισσάμου

Κατά τον Δεκέμβριο του 1821 επαναστάτες από τις επαρχίες Σφακίων, Κυδωνίας και Κισσάμου με αρχηγό το Τσελεπή εξόρμησαν στο Σέλινο και πολιόρκησαν τους Τούρκους του Σελίνου στην Κάνδανο, με τη βοήθεια των Σελινιωτών επαναστατών. Ο θάνατος όμως του αρχηγού Τσελεπή σε μάχη στον οικισμό Σταυρός της Κανδάνου ματαίωσε την επιχείρηση κατά της Κανδάνου και οι επαναστάτες αποχώρησαν. Μετά την αποχώρηση οι Τούρκοι επέδραμαν στα χωριά του Αν. Σελίνου, επιτέθηκαν στον άμαχο πληθυσμό και έκαψαν πολλά σπίτια.

Η Αιγυπτιοκρατία

Ο αιγυπτιακός στρατός στην Κρήτη (1822)

Η αδυναμία του τουρκοκρητικού στρατού να καταστείλει την επανάσταση στην Κρήτη και η απασχόληση του τουρκικού στρατού στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα, ανάγκασαν το σουλτάνο Μαχμούτ Δ' να ζητήσει τη βοήθεια του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου. Ο Μεχμέτ Αλής δέχθηκε πρόθυμα την πρόταση, υπολογίζοντας σε μελλοντική μόνιμη κατοχή της Κρήτης και απέστειλε ισχυρές δυνάμεις στο νησί, υπό την αρχηγία του γαμπρού του Χασάν Πασά. Στις 28 Μαΐου 1822, κατέπλευσε στη Σούδα ο αιγυπτιακός στόλος με30 πολεμικά και 84 φορτηγά. Στις αρχές Ιουνίου προσέβαλε την οχυρή τοποθεσία της Μαλάξας, όπου οι επαναστάτες κατόρθωσαν να κρατήσουν τις θέσεις τους. Η ασυμφωνία όμως των αρχηγών και η αδυναμία συντονισμένης δράσης των επαναστατών προεξοφλούσε την αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τον Χασάν στην συνέχεια. Μια επίθεση των επαναστατών στα Τσικαλαριά στις 12 Ιουνίου απότυχε και έφερε μεγάλες απώλειες.

Ο Χασάν επανέλαβε τις επιχειρήσεις του από την 1η Αύγουστου. Με ισχυρές δυνάμεις ξεκίνησε από το Πλατανιά, με σκοπό να διαλύσει τις επαναστατικές εστίες στην ορεινή Κυδωνία. Ως τις 6 Αυγούστου είχε πατήσει τα χωριά Λάκκους και Θέρισο, παρά τις συνεχείς παρενοχλήσεις των τοπικών οπλαρχηγών. Στις επιχειρήσεις όμως αυτές έχασε 600 άνδρες και αυτό τον ανησύχησε ιδιαίτερα. Εγκαταλείποντας τα ορεινά χωριά της Κυδωνίας, πέρασε στον Αποκόρωνα και αφού κατάστρεψε τα χωριά του, προχώρησε στο Ρέθυμνο και στο Μυλοπόταμο. Λίγες ήμερες αργότερα σκοτώθηκε στο Καστέλι Ηρακλείου πέφτοντας από το αφηνιασμένο άλογο του.

 

Η εκστρατεία των Επαναστατών στην Κίσσαμο & Σέλινο

Αποκλεισμός του Καστελιού Ιανουάριος 1823

Ενώ τα Αιγυπτιακά στρατεύματα επιχειρούσαν στην Ανατολική Κρήτη οι επαναστατημένοι Χανιώτες αποφάσισαν να γίνει γενική εκστρατεία κατά των επαρχιών Κισσάμου και Σελίνου, καθόσον στις Επαρχίες αυτές διέμεναν πολλοί Τούρκοι, διέθεταν ισχυρά φρούρια και πύργους και οι ντόπιοι Επαναστάτες δεν μπορούσαν μόνοι τους να τους νικήσουν.

Το Δεκέμβριο του1822 συγκεντρώθηκαν στη Κυδωνία περί τις 5 χιλ. επαναστατών και υπό την ηγεσία των Β. Χάλη, Σήφακα, Τσουδερού, Πωλογιώργη και Γερανιώτη, σε συνεννόηση με τους Κισσαμίτες οπλαρχηγούς Δρακωνιανό, Μαρτιμιάνο, Περάκη, Δεικτάκη, Καθεκλά, Γεωργιλάδες, Κανίτσο, Ρενιέρη και άλλων, προχώρησαν προς την Κίσσαμο. Εισερχόμενοι στην Κίσσαμο άρχισαν την εκκαθάριση των χωριών και την καταδίωξη των Τούρκων. Οι Τούρκοι καταδιωκόμενοι οπισθοχωρούσαν για να συγκεντρωθούν τελικά στα φρούρια του Καστελιού και της Γραμβούσας. Σε λίγες μέρες οι επαναστάτες κυρίευσαν την Κίσσαμο και κρατούσαν σε στενή πολιορκία το φρούριο στο Καστέλι.

Ο Εμμανουήλ Τομπάζης Αρμοστής της Κρήτης

Η πολιορκία στο Καστέλι διαρκούσε και γίνονταν αδιάκοπα μάχες κάθε φορά που οι Τούρκοι επιχειρούσαν εξόδους από το φρούριο. Την 19η Μαΐου του 1823, κατέπλευσε στην περιοχή ο νέος Αρμοστής, ο Υδραίος Εμμανουήλ Τομπάζης με μικρή ναυτική μοίρα από 5 πολεμικά και με σώμα 600 εθελοντών, κυρίως Ηπειρωτών και ανέλαβε την πολιορκία του φρουρίου. Ο Τομπάζης ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις, και οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να παραδοθούν με όλο τον οπλισμό τους, με αντάλλαγμα τη μεταφορά τους με πλοία στα Χανιά. Από τους 1800 που κλείστηκαν το Δεκέμβρη στο φρούριο, επέζησαν οι 600. Αποδεκατίστηκαν από τις εχθροπραξίες κατά την πολιορκία, την πείνα και από μια επιδημία πανώλης. Η ελληνική σημαία υψώθηκε στο φρούριο, στις 25 του Μάη 1823.

Εκστρατεία κατά της Κανδάνου (1823)

Ο Αρμοστής Τομπάζης, μετά την άλωση του Καστελιού, κινήθηκε την 31η Μαΐου κατά της Κανδάνου, με δύναμη2, 5 χιλ. περίπου ανδρών απ΄όλο το Νομό Χανίων. Στην εκστρατεία αυτή πήραν μέρος περί τους 800Κισσαμίτες επαναστάτες με τους οπλαρχηγούς τους. Στην Κάνδανο είχαν συγκεντρωθεί περί τους 3.000 Τούρκοι του Σελίνου. Την 1ηΙουνίου 1823 άρχισε η πολιορκία της Κανδάνου. Οι Τούρκοι επιχειρούσαν εξόδους και αντεπιθέσεις και αρκετοί σκοτώνονταν και τραυματίζονταν εκατέρωθεν. Ένα λάθος του Τομπάζη στη συνέχεια, ν' αρχίσει διαπραγματεύσεις για την παράδοσή τους, τους έδωσε τον χρόνο και τη δυνατότητα να διαφύγουν ένα βράδυ από το κλοιό. Όταν οι πολιορκητές τους αντιλήφθηκαν, τους καταδίωξαν και στο Σέμπρωνα περικύκλωσαν την οπισθοφυλακή τους. Στη μάχη που έγινε σκότωσαν ή αιχμαλώτισαν πάνω από 800. Περί τις 2000 όμως γλύτωσαν, έφτασαν στα Χανιά, για να αντεκδικηθούν σκληρά αργότερα τους Σελινιώτες. Τα σφάλματα αυτά του Τομπάζη ήταν αφορμή να μείνει ή Κρήτη τουρκική 75 ακόμη χρόνια εκτιμούν οι ιστορικοί.

Ο Χουσεΐν στην Κρήτη

Στο μεταξύ και οι Τουρκοαιγύπτιοι στο Ηράκλειο ανασυντάχθηκαν. Στη θέση του θανόντος Χασάν τοποθετήθηκε νέος στρατηγός, ο Χουσεΐν Μπέης, γαμπρός και αυτός του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου. Ο αιγυπτιακός στόλος με ναύαρχο τον Ισμαήλ Γιβραλτάρ, έφτασε στην Κρήτη στις αρχές Ιουνίου και αποβίβασε 3.000 άνδρες και άφθονο πολεμικό υλικό ενισχύοντας τις δυνάμεις του Χουσεΐν.

Ο νέος αρχιστράτηγος των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων ακολούθησε ένα στρατηγικό σχέδιο, που προέβλεπε την καταστολή της επανάστασης πρώτα στα ανατολικά, για να μην παρενοχλείται και στη συνέχεια στα δυτικά. Ο Χουσεΐν έφτασε στα Χανιά το Φεβρουάριο του 1824. Αφού λεηλάτησε τα χωριά του Αποκόρωνα και συνέλαβε πλήθος αιχμαλώτων, εισέβαλε τον επόμενο μήνα από το Λουτρό στα Σφακιά. Έντρομοι οι άμαχοι ζητούσαν σωτηρία στα παραπλέοντα Ελληνικά πλοία και στο απρόσιτα φαράγγια της Αγιάς Ρουμέλης και Σαμαριάς.

Ο Χουσεΐν στην συνέχεια με εκπληκτική ταχύτητα πέρασε στο Σέλινο και στην Κίσσαμο, για να διαλύσει και τις τελευταίες εστίες των επαναστατών. Οι επαναστάτες και οι άμαχοι διασκορπίστηκαν στα βουνά και τα φαράγγια για να δασωθούν. Ο επίλογος γράφτηκε με την σφαγή στο Λαφονήσι όπου είχαν καταφύγει καταδιωκόμενοι Κισσαμίτες. Τα αιγυπτιακά στρατεύματα κατάφεραν και πέρασαν απέναντι στο νησί και τους κατάσφαξαν όλους. Τα θύματα στις επαρχίες αυτές ξεπέρασαν τους 1. 500 νεκρούς. Παραπλέοντας στα παράλια διάφορα Ελληνικά πλοία, παρακολουθούσαν τις μάχες στην ξηρά και παρελάμβαναν τους καταδιωκόμενους και τα γυναικόπαιδα για να τους μεταφέρουν στα Κήθυρα, στην Πελοπόννησο και τ' άλλα νησιά. Σε 60.000 υπολογίζονται οι εκπατρισμένοι μόνο κατά τους πρώτους μήνες του 1824. Εκατοντάδες έπεσαν στα χέρια του εχθρού και αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στις σκλαβαγορές της Αλεξάνδρειας και της Σμύρνης.

Ως τα τέλη Μαΐου 1824 ο Χουσεΐν είχε καταπνίξει την κρητική επανάσταση. Οι Τουρκοαιγύπτιοι ήταν πια ελεύθεροι να βοηθήσουν τον Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Η Κρήτη θα γίνει τώρα το ορμητήριο και η μεγάλη βάση ανεφοδιασμού των Τούρκων για τις επιχειρήσεις τους στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Όσοι έμειναν πίσω υποχρεώθηκαν στο νέο ζυγό. Ελάχιστοι ήταν που έμειναν απροσκύνητοι κι αποφασισμένοι να συνεχίσουν έναν απελπισμένο αγώνα. Σχημάτισαν ανταρτικές ομάδες κι έκαναν κλεφτοπόλεμο μ' αιφνιδιαστικές νυκτερινές επιθέσεις και δολιοφθορές. Αυτοί ήταν οι διαβόητοι «Καλησπέρηδες». Οι Τούρκοι, ακολουθών τας και αυτοί την ίδια τακτική, οργάνωσαν τρομοκρατικές ομάδες από φανατικούς γενιτσάρους και ονομάστηκαν «Ζουρίδες».

Η περίοδος της Γραμβούσας (1825-1828)

Ενώ φαινόταν ότι η επανάσταση στην Κρήτη είχε κατασταλεί και περιοριζόταν απλώς σε σποραδικές επιθέσεις ανταρτών σε χωριά και φρούρια των Τούρκων, Κρήτες επαναστάτες, οι οποίοι είχαν καταφύγει στην άλλη Ελλάδα, κατέστρωσαν ένα νέο σχέδιο για να αναζωπυρώσουν την επανάσταση. Το Αύγουστο του 1825 μ' επικεφαλής τον Δημήτριο Καλλέργη και τον Εμμανουήλ Αντωνιάδη επέστρεψαν στην Κρήτη και κατέλαβαν το φρούριο της Γραμβούσας. Οι επαναστάτες οχυρώθηκαν εκεί, και προσπαθούσαν να υποκινήσουν τους Κρητικούς για μια νέα επανάσταση. Εξέλεξαν μάλιστα και μια προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή, το «Κρητικόν Συμβούλιον» που έπαιζε το ρόλο της επίσημης επαναστατικής αρχής της Κρήτης. Η προσπάθεια των Τούρκων να ανακτήσουν το φρούριο απέτυχε και έτσι άρχισε στην Κρήτη μια νέα επαναστατική περίοδος, η λεγόμενη περίοδος της Γραμβούσας (1825-1828). Επειδή οι "Γραμβουσιανοί" επιδόθηκαν στην συνέχεια στην πειρατεία για να εξασφαλίζουν τρόφιμα και τα εφόδια τους, ο Ιωάννης Καποδίστριας μετά από αξίωση της Αγγλίας, έστειλε Γραμβούσα τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, με τη συνοδεία αγγλικού και γαλλικού στόλου για να τους εκδιώξει. Τα πλοία των επαναστατών καταστράφηκαν και το φρούριο της Γραμβούσας παραδόθηκε στους Άγγλους, οι οποίοι ανέλαβαν και το έργο της επιτήρησης των θαλασσών για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Οι επαναστάτες της Γραμβούσας διαλύθηκαν και κατέφυγαν στα βουνά.

Η Αιγυπτιοκρατία στην Κρήτη (1830- 1841)

Το 1830 ή Κρήτη παραχωρήθηκε στο Μωχάμετ Αλήτης Αιγύπτου. Το νησί παρέμεινε 10 χρόνια κάτω από την αιγυπτιακή διοίκηση, για να δοθεί ξανά στο Σουλτάνο με τη συνθήκη του Λονδίνου το 1841. Με βάση το Πρωτόκολλο της συνθήκης του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, οι Μεγάλες Δυνάμεις, παρά τις προηγούμενες επαγγελίες τους, άφησαν την Κρήτη έξω από τα όρια του νεοπαγούς ελληνικού κράτους, στην απόλυτη δικαιοδοσία του σουλτάνου, ο οποίος την παραχώρησε στον Αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μοχάμεντ Αλή, σαν αντάλλαγμα των υπηρεσιών του στη διάρκεια της επανάστασης του 1821.

 

Γιώργος ΑΓΟΡΑΣΤΑΚΗΣ

 

SOCIAL MEDIA

Επισκευθείτε τη σελίδα μου στο FacebookΑκολουθείστε τη σελίδα μου στο TwitterΕπισκευθείτε τη σελίδα μου στο Google Plus

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ

Συνδέεστε μαζί μας

TWEETS ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

www.mikis-crete.gr