|
O Εμμανουήλ Κριαράς, κορυφαία μορφή του δημοτικισμού, δάσκαλος του γένους όπως τον αποκάλεσαν για το μνημειώδες έργο του, το Λεξικό της Mεσαιωνικής Eλληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), σφράγισε με το έργο του την ιστορία των ελληνικών γραμμάτων ολόκληρο αιώνα, τον 20ό, ενώ συνεχίζει ακάματος και το ίδιο παραγωγικός, στον 21ο. Ο υπεραιωνόβιος ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής του Αριστοτελείου, ο οποίος διάγει το 104ο έτος της ζωής του διδάσκει ακόμα. Υπόθεση της ζωής του, με τις μελέτες του δημοτικισμού να κρατήσει ζωντανή την ελληνική παράδοση και τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού. Έργο της ζωής του, η ανάδειξη, η καθιέρωση και η προάσπιση, της δημοτικής. Ο Κριαράς δίδαξε γράμματα και ήθος τον αιώνα και το γένος, δίδαξε γενεές και γενεές Ελλήνων και συνεχίζει…
Ο έρωτας και ο θάνατος
Ο Εμμανουήλ Κριαράς μιλάει στην εφημερίδα "Τα Νέα" (22-07-22009) και στη δημοσιογράφο Βίκυ Χαρισοπούλου για τον έρωτα, την οικονομική και κοινωνική κρίση των ημερών και την έλλειψη παιδείας. Μια εξαιρετική συνέντευξη...
«Ερωτεύτηκα πολύ.
Έζησα όλη μου τη ζωή ερωτευμένος.
Με την κυριολεξία του όρου.
Με συγκίνηση», λέει ο καθηγητής Εμμ. Κριαράς
«Έρωτας είναι η επιδίωξη του ιδανικού. Σε όλες του τις εκφάνσεις. Ξεχωρίζω δύο: τον σαρκικό- πνευματικό έρωτα προς τη- τον σύντροφο και τον έρωτα προς την εργασία. Αυτό που λέμε φιλεργία. «Ο έρωτας είναι το αντίδοτο του θανάτου. Είναι ίσως η ίδια η ζωή. Μόνο όταν είσαι ερωτευμένος ζεις. Ειδάλλως είσαι... πέτρα...».
Όχι. Ο υπεραιωνόβιος πλέον (διάγει το 104ο έτος της ζωής του) ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, Εμμανουήλ Κριαράς, δεν νιώθει «πέτρα»...
«Κρατώ ακόμα ψήγματα έρωτα και προς τη μνήμη της γυναίκας μου και προς την εργασία. Ζω. Νιώθω. Εργάζομαι ακόμα, αλλά με δυσκολία. Δεν δίδει η ζωήχωρίς έρωτα- ευτυχία. Είμαστε τραγικές μορφές. Το γεγονός ότι έχουμε συνείδηση δεν νομίζω ότι είναι στοιχείο ουσιαστικής ευτυχίας. Ο άνθρωπος ζει πιο ευτυχισμένα όταν δεν έχει συνείδηση της τραγικότητας της ζωής του. Εγώ- δυστυχώς- την έχω. Επιθυμία μου είναι πλέον να μη ζήσω. Είναι βάρος πια η ζωή μου».
-Κουράζει η ζωή;
Κουράζει ίσως το περιβάλλον της ζωής. Ο χώρος και οι άνθρωποι στον οποίο και με τους οποίους είσαι καταδικασμένος να ζεις. Αυτό που τώρα λένε οικονομική ή κοινωνική κρίση.
-Η οικονομική κρίση συνάδει με την κοινωνική- αυτή που λέμε αξιών; Είναι προϊόν η μία της άλλης ή απλώς συνυπάρχουν με κοινή προέλευση, παράλληλη έκφραση και αδιέξοδο αποτέλεσμα;
Η κατάσταση είναι άσχημη από κάθε άποψη. Είναι πολύ πιο εντυπωσιακή βέβαια αυτή που λέμε οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της είναι τραγικές, αλλά- επιτρέψτε μου- είναι τραγικότερες οι επιπτώσεις της άλλης κρίσης, αυτής της λεγόμενης κοινωνικής. Αυτοκαταδιωκόμεθα άπαντες. Υπάρχει γενικώς μια ανισορροπία. Διάγει κρίση η πολιτική ζωή, διά γει κρίση η Παιδεία, η Δικαιοσύνη- έννοιες πρωταρχικές... Όσον αφορά το αμιγώς οικονομικό φαινόμενο, δεν είμαι ίσως αρμόδιος να δώσω λύσεις. Έζησα και το κραχ του ΄29 αλλά ήταν αλλιώς τότε... Τώρα είναι διαφορετικά. Συνδυάζεται με την παγκοσμιοποίηση. Το κοινωνικό λοιπόν πρόβλημα είναι προϊόν της ευημερίας. Προϋπάρχει λοιπόν της οικονομικής κρίσης. Αυτό που ζούμε τώρα θα προτιμούσα να μην το είχα προλάβει, να μην το είχα ζήσει».
Κρίση και έλλειψη παιδείας
-Παλαιότερα υποστηρίζατε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας είναι ο σοσιαλισμός. Εξακολουθεί να παραμένει όραμα και στόχος σας;
Εξακολουθώ να το πιστεύω. Η λύση θα έρθει- εγώ δεν θα το προλάβω, ούτε την ανόρθωση της παιδείας που θα πρέπει να προηγηθεί, θα προλάβω. Δεν μ΄ ενδιαφέρει πλέον η πολιτική με τον τρόπο που ασκείται. Η πολιτική μας ζωή οδηγείται σε συντηρητισμό κι αμφιβάλλω αν θα μπορέσει σύντομα να ανακάμψει. Είναι η κρίση σε συνδυασμό με την έλλειψη παιδείας. Δεν τιμώνται πλέον οι αξίες. Βιώνουμε την έσχατη πλέον ανάγκη ανόρθωσης της παιδείας. Είναι όμως η υλιστική κατεύθυνση της παιδείας. Με την τεχνολογία τα ανθρωπιστικά γράμματα υποτιμούνται κι έτσι δημιουργείται μια ανισορροπία... Η αρχή είναι η ΠΑΙΔΕΙΑ. Ένας λαός προάγεται όταν έχει προηγμένη παιδεία. Αν όμως οι ανάξιοι επιπλέουν σ΄ όλους τους τομείς και κυρίως σ΄ αυτούς της πολιτικής... Πρέπει να υπερνικήσουμε την τάση αυτή. Το αποτέλεσμα είναι η δυσπιστία όλων...
Ο υλισμός είναι που σκότωσε το όραμα. Κι ο υλισμός είναι που διδάσκεται από γονείς και δασκάλους. Όλα γίνονται με στόχο την εξασφάλιση παχυλού κέρδους.
«Ανυψώνει τον άνθρωπο ο έρωτας.
Ο πραγματικός, ο αληθινός έρωτας»
«Εξαγοράζονται πλέον εύκολα οι άνθρωποι...»
Η τρομοκρατία είναι μια μορφή δράσης και «λύσης»; Ο Εμμανουήλ Κριαράς διαφωνεί: «Δεν αποτελεί ευχάριστο φαινόμενο. Δεν ήταν ποτέ λύση η τρομοκρατία. Εκτός αν εννοείτε την τρομοκρατία των ισχυρών της Γης. Την τρομοκρατία του κεφαλαίου και του υλισμού. Όχι, με την άλλη- αυτήν τη μεμονωμένη των αγανακτισμένων παιδιών- φοβάμαι ότι η εκτροπή καραδοκεί. Δεν απέχει πολύ η όποια εκτροπή από τα έσχατα αυτά φαινόμενα απόλυτου συντηρητισμού στα οποία πολιτικά ασυνείδητα καταφεύγουν οι άμυαλοι απογοητευμένοι».
-Τι να κάνουμε; Εκατό και πλέον χρόνια μετά (ο Β. Ι. Λένιν έθεσε το ερώτημα το 1902 στο ομότιτλο βιβλίο του);
Οι Σπαρτιάτες το έθεσαν λακωνικότερα όλων το 410 π.Χ. μετά τη ναυμαχία της Κυζίκου. «Έρρει τα κάλα, Μίνδαρος απεσύα, Πεινώντι τώνδρες, Απορίομες τι χρη δραν». (Καταστράφηκαν τα πλοία. Ο Μίνδαρος σκοτώθηκε. Οι άνδρες πεινούν.)
Απορούμε τι πρέπει να πράξουμε.) Να υπομένουμε. Μια λύση είναι εσείς να μιλάτε. Να λέτε πάντα αυτό που πιστεύετε... Και να πληροφορείτε σωστά. Μη δέχεσθε να γίνετε όργανα του οποιουδήποτε. Εξαγοράζονται πλέον εύκολα οι άνθρωποι... Πριν από λίγα χρόνια διάβαζα καθημερινά και μάλιστα εμβριθώς δυο, τρεις εφημερίδες. Τώρα πια με κουράζει αυτή η ελαφρότητα... Το μόνο ιδανικό που απέμεινε είναι ίσως ο Έρωτας. Υπό την έννοια της αέναης επιδίωξης του ιδανικού...
Ο έρωτας είναι
Η επιδίωξη του ιδανικού, Η ίδια η ζωή, Το αντίδοτο του θανάτου. Η φιλεργία. Η λύση- κυρίως- στα χρόνια της... χολέρας στα οποία ζούμε
Στιγμές ζωής
Η γέννηση. Στον Πειραιά στις 29 Νοεμβρίου 1906
Η επιλογή για σπουδές φιλολογίας (1924)
Η συνάντηση με τη σύντροφο της ζωής του Αικατερίνη Στριφτού στα 1935
Η απόλυση από τη χούντα (1968)
Η απώλεια της συντρόφου (Μάιος 2000)
Τον ενοχλούν
Το ψεύδος,
Η υποκρισία,
Η επικράτηση της απάτης,
Η «βασιλεία» του κέρδους,
Η έλλειψη παιδείας.

Εμμανουήλ Κριαράς, «Μακράς ζωής αγωνίσματα» Έκδοση: Οι φίλοι του περιοδικού «Αντί», 2009
"Ασφαλώς δεν είναι συμπαθητικό φαινόμενο να μιλεί κανείς για τον εαυτό του. Όταν όμως αυτά που θα πει συνδέονται με την προσπάθεια να αυτοχαρακτηριστεί ως προς τον ιδεολογικό του κόσμο και ως προς την άλλη του ανθρώπινη υπόσταση και όταν αυτό γίνεται με σοβαρότητα και κάθε δυνατή αντικειμενικότητα, το φαινόμενο του (έμμεσου έστω) αυτοχαρακτηρισμού γίνεται λιγότερο αντιπαθητικό για τους τρίτους".
Ο Εμμανουήλ Κριαράς οριοθετείται ως προς την ωφελιμότητα της αυτοβιογραφίας του. Περιττό, ενδεχομένως, για έναν διανοούμενο με το έργο και την προσφορά του. Αναγκαίο ωστόσο, ο ίδιος το κρίνει ως τέτοιο, για μια ηθική οντότητα που μπορεί να αφιερώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην επιστήμη του ωστόσο ουδέποτε λησμόνησε τη λεπτή μα ουσιώδη συνθήκη που κατά τον ίδιο πρέπει να εκφράζει κάθε άνθρωπο και κάθε διανοούμενο: "να εκφράζομαι πάντα ειλικρινώς και να μη σιωπώ".
Ως εκ τούτου μέσα από της "Μακράς ζωής Αγωνίσματα" βρισκόμαστε μπροστά στην ειλικρινή εξομολόγηση για το "ταξίδι" της ζωής του. Ένα ταξίδι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τις πνευματικές και πολιτικές περιπέτειες του τόπου μας και χρωματισμένο έντονα από την αγάπη του για τη γλώσσα μας.
Η συγγραφή των "σελίδων του βίου" του είχε ήδη ξεκινήσει όταν ο Χρήστος Παπουτσάκης, που πριν λίγο καιρό έφυγε από τη ζωή, πρότεινε, και έτσι εν τέλει έγινε, να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις "Οι Φίλοι του περιοδικού ΑΝΤΙ". (Π. Κρημνιώτη –Αυγή 12/05/2009)
Μεταφορά αποσπάσματος από το EX LIBRIS (Μάρη Θεοδοσοπούλου)
«Μετά μια ορισμένη ηλικία, ο απολογισμός ζωής, ακόμη κι όταν δεν συντάσσεται, καταρτίζεται νοερά. Μόνο που σκέψεις και αισθήματα, ακόμη και τα γεγονότα, δεν παρουσιάζονται όπως τα ζήσαμε αλλά καταπώς τα θυμόμαστε. Ή, ίσως ακριβέστερα, όπως θέλουμε να τα θυμόμαστε. Ο Εμμανουήλ Κριαράς, ωστόσο, δείχνει να είναι αντικειμενικός. Κι αυτό φαίνεται να το επιτυγχάνει, ξεκαθαρίζοντας τα αισθήματά του και κατασταλάζοντας στις απόψεις του για πρόσωπα και καταστάσεις. Με θαυμαστή ακριβολογία, παραθέτει τα τεκμήρια της μέχρι σήμερα πορείας του, χωρίς αποσιωπήσεις, σαν έναν εις εαυτόν απολογισμό. Πρόκειται για μια λογοδοσία, που αποφεύγει τις ασάφειες και παραλείψεις, σκιαγραφώντας, με ευκρίνεια, λησμονημένες ή και άγνωστες στους νεότερους κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις. Συστηματικός ο λόγος του, συστήνει, εν συντομία, πλήθος προσώπων από διαφορετικούς χώρους, με κυριότερους, αυτούς της ακαδημαϊκής κοινότητας και της λογοτεχνίας. Αν και επικεντρωμένος ο απολογισμός στον αυτοβιογραφούμενο και τους γύρω του, δίνει μια πανοραμική εικόνα του 20ου αιώνα. Μεταξύ άλλων, δείχνει και πόσο λίγο ή έστω, πόσο δύσκολα, αλλάζουν οι νοοτροπίες, καθώς και ορισμένες τακτικές, όπως η υπονόμευση των αξιότερων. Η αυτοβιογραφία του Κριαρά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βιβλίο αναφοράς χάρις στο πλήθος και την ακρίβεια των πραγματολογικών στοιχείων Μπορεί, όμως, να διαβαστεί και ως ιστορικό αφήγημα. Στη δεύτερη περίπτωση, αναπόφευκτα, ο αναγνώστης συγκρατεί τα σημαντικά γι’ αυτόν. Δίνουμε περίληψη της δικής μας εντρύφησης, δεδομένου ότι μια τυπική παρουσίαση ενός παρόμοιου βιβλίου θα περιοριζόταν σε γενικόλογες αποφάνσεις, που μάλλον απωθούν παρά παρακινούν σε ανάγνωση.
Γεννημένος ο Κριαράς στον Πειραιά, έζησε μέχρι την ενηλικίωσή του, πρώτα στη Μήλο και μετά στην Κρήτη. Κατάγεται από εκείνους τους Κρητικούς, που, κυνηγημένοι, στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, εγκατέλειψαν τα Σφακιά και εγκαταστάθηκαν στη Μήλο, ιδρύοντας τον Αδάμαντα, που είναι το σημερινό επίνειο του νησιού. Η πρώτη ερευνητική μελέτη του αφορά τα νεοελληνικά παρωνύμια των δυο νησιών. Ναυτικοί το επάγγελμα ήταν και οι δυο εκατέρωθεν παππούδες του, όπως και ο πατέρας του. Ενδιαφέρουσα είναι η πληροφορία, πως ο ένας από τους δυο μικρότερους αδελφούς του, ο δευτερότοκος Παύλος, ήταν συνομήλικος και φίλος με τον Μιχάλη Ράπτη, γνωστό και με το επαναστατικό ψευδώνυμο Πάμπλο, το οποίο, σύμφωνα με τον Κριαρά, μπορεί και να το εμπνεύστηκε από τον αδελφό του.
Ο Κριαράς ονοματίζει τους καθηγητές του στο γυμνάσιο των Χανίων, μνημονεύοντας ιδιαίτερα τον Εμμανουήλ Γενεράλι, που τον μύησε στα αρχαία γράμματα, και τον Ιωάννη Μοσχόπουλο της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης, που τους μιλούσε για το γλωσσικό ζήτημα και τη σύγχρονη λογοτεχνία. Ακόμη, αναφέρει τους συμμαθητές του, τον Στέλιο Καψωμένο και τον Νίκο Τωμαδάκη, καθώς και τις πνευματικές δραστηριότητες εκείνων των χρόνων. Στην τρίτη γυμνασίου είχαν ιδρύσει τον πνευματικό όμιλο «Εγκυκλοπαιδικός Κύκλος των Νέων» και στην τελευταία τάξη, τον «Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο» και το περιοδικό «Αυγερινός». Νονός του περιοδικού και υπεύθυνος ύλης για τον πρώτο χρόνο ήταν ο ίδιος. Σε αυτό δημοσίευσε μεταφράσματα και δυο βιβλιοκρισίες, για το μυθιστόρημα του Ξενόπουλου «Η τρίμορφη γυναίκα» και για την ανθολογία του Παπαδήμα «Νέοι Διηγηματογράφοι». Πολύ θα θέλαμε να διαβάσουμε την άποψη του νεαρού Κριαρά για εκείνους τους “νέους διηγηματογράφους”. Μια άλλη συντροφιά στα Χανιά, με επικεφαλής τον φίλο του, Καψωμένο, έβγαζε το περιοδικό «Λογοτεχνικές Σελίδες».
Μέσα από τα στοιχεία της αυτοβιογραφίας, ο Κριαράς προβάλλει ως ένας συναισθηματικός έφηβος, πειθαρχημένος και εργατικός, με πνευματικά ενδιαφέροντα. Ένας νεαρός, που δεν διαθέτει χρόνο για παιχνίδια, ούτε και για πολλές συναναστροφές. Χωρίς επιδόσεις στα αθλητικά, αλλά με έφεση στις ξένες γλώσσες. Ανακαλεί τα πρώτα διαβάσματά του, εκείνα που εξέθρεψαν τον δημοτικισμό του. Ανάμεσα σε αυτά και τα διηγήματα του Πέτρου Πικρού, εκείνα του πρώτου βιβλίου του, τα «Χαμένα κορμιά», που κυκλοφόρησε Χριστούγεννα του 1922. Οι αναμνήσεις από τα σχολικά του χρόνια τελειώνουν με τη διάλεξη, που έδωσε ο Ψυχάρης στο Φιλολογικό Σύλλογο Χανίων. Στον Ψυχάρη επανέρχεται συχνά, όπως μαρτυρούν και οι παραπομπές στο ευρετήριο, που υπερέχουν όλων των άλλων αναφερόμενων προσώπων, με δεύτερο τον Παλαμά. Τον Ψυχάρη τον θαύμαζε, όπως γράφει, χωρίς, όμως, και να υιοθετεί όλες τις θέσεις του. Τον Παλαμά τον αντίκρισε πρώτη φορά, όταν ήταν φοιτητής, στην κηδεία του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Γεώργιου Δέρβου. “Τον παρακολούθησε καθώς έβγαινε από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση έως να φτάσει στο σπίτι του στην οδό Ασκληπιού με το ρυθμό του δικού του βαδίσματος”. Αυτή η περιγραφή της εκ του μακρόθεν προσήλωσης θα ταίριαζε και σε μια δική μας ανάμνηση από έναν άλλο μεγάλο ποιητή, Θεσσαλονικιό κρητικής καταγωγής, καμιά εβδομηνταριά χρόνια νεότερο. Όσο κι αν απέχουν οι άνθρωποι, τελικά, οι συμπεριφορές τους ελάχιστα διαφοροποιούνται.
Η πενταετία των πανεπιστημιακών του σπουδών, 1924-1929, στην οποία παρεμβλήθηκε, λόγω οικονομικής στενότητας, η στρατιωτική του θητεία, είναι ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια. Κι αυτό, γιατί σκιαγραφεί το ιδεολογικό τοπίο στον πανεπιστημιακό χώρο, επεκτείνοντας την εποπτική εικόνα, που δίνει, για τον 19ο αιώνα, ο Κώστας Λάππας στη μελέτη του, «Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα». Στην εν λόγω πενταετία γινόταν μια προσπάθεια ανανέωσης των καθηγητών και νεότεροι επιστήμονες με φιλοδημοτικιστικές ιδέες καταλάμβαναν έδρες. Ο Κριαράς ταξινομεί τους καθηγητές ως προς τις γλωσσικές τους αντιλήψεις, καλύπτοντας ολόκληρο το φάσμα. Υπήρχαν οι ριζοσπαστικοί, που ασπάζονταν τις γλωσσικές αρχές του δημοτικισμού. Οι μετριοπαθείς, διαφορετικών, όμως, διαβαθμίσεων. Δηλαδή, όσοι κατά βάθος ήταν δημοτικιστές χωρίς να το διακηρύσσουν και οι άλλοι, που εμφανίζονταν ανεκτικοί, αλλά παρέμεναν καθαρευουσιάνοι. Ακόμη, οι σιωπηλοί και απέχοντες, που, έμεναν, όμως, πιστοί στο γενικό γλωσσαμυντορικό πνεύμα της Σχολής. Και τέλος, οι αδιάλλακτοι, που μάχονταν κατά του δημοτικιστικού κινήματος. Συγκρατούμε το πρώτο όνομα που μνημονεύει, τον καθηγητή της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας Παναγή Λορεντζάτο, τον οποίο και χαρακτηρίζει θαρραλέο υπερασπιστή της δημοτικής γλώσσας.
Ο Κριαράς παρουσιάζει γενικότερα το γλωσσικό ζήτημα σε εκείνα τα χρόνια. Τότε που ο ίδιος έκανε κάποιες προσπάθειες στην ποίηση και γνώριζε τους πρώτους λογοτέχνες. Μεταξύ άλλων, την εποχή που υπηρετούσε στο Ναυτικό συνδέθηκε φιλικά με τον Δ.Ι. Αντωνίου και ως φοιτητής, στο υπόγειο Μπάγκειο, συνάντησε τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Φίλος από εκείνη την εποχή ήταν ο Κ.Θ.Δημαράς. Μας θυμίζει τις πανεπιστημιακές του ατυχίες, που έρχονται σε αντίθεση με την επικρατούσα σήμερα εικόνα ενός κατ’ εξοχήν ακαδημαϊκού δασκάλου. Ξεκίνησε από την ιατρική, στράφηκε στη φιλολογία, όπου πήρε το πτυχίο και έκανε το διδακτορικό του με πολλών χρόνων καθυστέρηση, δεν κατέλαβε καμία έδρα σε κανένα πανεπιστήμιο, μόνο δίδαξε στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόνης. Τέλος, όταν στα ογδόντα του έθεσε υποψηφιότητα στην Ακαδημία για την κενή έδρα στην Τάξη Γραμμάτων και Τεχνών, οι τριάντα πέντε Ακαδημαϊκοί, στις 15 Μαρτίου 1984, του έδωσαν μόλις εννέα ψήφους και μια ακόμη, κατά παραχώρηση.
Το 1930, τελειώνοντας τις σπουδές του ο Κριαράς, διορίστηκε στο ελληνικό γυμνάσιο στο Γαλάζι της Ρουμανίας. Το ταξίδι, όμως, το ματαίωσε η απόφαση της Ακαδημίας Αθηνών να ιδρύσει Μεσαιωνικό Αρχείο, με απώτερο σκοπό τη συγκρότηση Λεξικού της ελληνικής γλώσσας από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης έως το 1880. Ένα μεγαλόπνοο σχέδιο, που ξεκινούσε, ως είθισται στα καθ’ ημάς, χωρίς σχεδιασμό. Πάντως, προκηρύχτηκε διαγωνισμός για τρεις θέσεις, προβλέποντας και εξάμηνη μαθητεία στο Μόναχο. Οπότε, ο Κριαράς, ως ένας από τους τρεις υπότροφους, πήρε το βάπτισμα στη λεξικογράφηση, παρακολουθώντας επί τόπου τη σύνταξη του «Λεξικού των βαυαρικών και αυστριακών διαλέκτων». Επιστρέφοντας στα ημιυπόγεια της Ακαδημίας, άρχισε από την κρητική λογοτεχνία των χρόνων της ενετοκρατίας.
Στον ελεύθερο χρόνο του, διάβαζε Ίωνα Δραγούμη στα τραπεζάκια της «Αίγλης» του Ζαππείου. Εκεί σύχναζαν αριστεροί διανοούμενοι, όπως ο Ασημάκης Πανσέληνος. Και παλαιότερα, στα Χανιά, έκανε παρέα με νέους ενός ευρύτερου ιδεολογικού φάσματος. Κάπως έτσι, απέκτησε κι αυτός το συνοδευτικό του “φάκελο”. Όταν, το 1935, ζήτησε μια δεύτερη υποτροφία για σπουδές στο εξωτερικό, παρά τις άριστες συστάσεις, που είχε συγκεντρώσει, η αίτησή του απορρίφθηκε. Η τότε πολιτική κατάσταση ευνοούσε τους συκοφάντες, που τον κατηγόρησαν πως ήταν μέλος “της υπό τον Γληνόν κομουνιστικής Φοιτητικής Συντροφιάς”. Το 1938, που τελικά πήρε την υποτροφία, χρειάστηκε να συναντηθεί αυτοπροσώπως με τον διαβόητο υφυπουργό ασφαλείας Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, τον οποίο και αναγκάστηκε να ξαναεπισκεφτεί, ένα χρόνο αργότερα, για το διορισμό του ως διευθυντής του Μεσαιωνικού Αρχείου. Το 1940, όμως, με την κήρυξη του πολέμου, δεν κατόρθωσε να αποτρέψει τη μεταφορά του σε στρατόπεδο κομουνιστών στρατιωτών στην Τρίπολη Αρκαδίας. Ενώ, ως ιταλομαθής, προοριζόταν για το Μέτωπο, παρέα με τον Γιάννη Μπεράτη και τον Καψωμένο. Κατά τα άλλα, έκανε και ο Κριαράς το ταξίδι με το «Ματαρόα», το φθινόπωρο του 1945, μαζί με τους αριστερών φρονημάτων υπότροφους του γαλλικού κράτους. Αυτός, από σπόντα, χάρις σε ένα υπόλοιπο υποτροφίας από το 1939.
Τη διδακτορική διατριβή του, με τίτλο, «Μελετήματα περί τας πηγάς του Ερωτοκρίτου», την υπέβαλε το 1938 στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και αρίστευσε. Ωστόσο, άργησε να καταλάβει πανεπιστημιακή έδρα. Υπέβαλε, εις μάτην, υποψηφιότητα το 1939 για επίκουρος στην έδρα νεότερης και μεσαιωνικής ελληνικής φιλολογίας στην Αθήνα, το 1944, για την έδρα νέας ελληνικής φιλολογίας στη Θεσσαλονίκη και πάλι, για την ίδια έδρα, το 1948. Τελικά, την έδρα κατέλαβε ο Λίνος Πολίτης. Η περίπτωση θυμίζει όσα γράφαμε πρόσφατα, με αφορμή τις λογοτεχνικές βραβεύσεις, τονίζοντας πως απέχει ο γιος του Σολωμού από το γιο του Λάμπρου, υπηρέτη του Σολωμού. Ο τότε καθηγητής της Σχολής Μιχαήλ Λάσκαρις έγραφε χαρακτηριστικά στον Κριαρά: «Τον υιόν του Πολίτου ποιος θα τον καταψηφίσει;» Κατόπιν πιέσεων, ο Κριαράς υπέβαλε υποψηφιότητα για την έδρα της βυζαντινής φιλολογίας στο Αριστοτέλειο, όπου και εκλέχτηκε. Και πάλι, όμως, λόγω “φακέλου”, μια και αυτά συμβαίνουν το σωτήριον έτος 1950, άργησε να δημοσιευτεί ο διορισμός του. Εν τέλει, απολύθηκε από το απριλιανό καθεστώς στις 15.1.1968. Από εκεί και ύστερα, σε ένα μεγάλο μέρος της αυτοβιογραφίας, πρωταγωνιστεί το Λεξικό μεσαιωνικής δημώδους γραμματείας, το έργο ζωής του Κριαρά. Ενώ, στο βίο του, ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, στέκεται δίπλα του η καθηγήτρια ψυχοτεχνικής και παιδαγωγικής Αικατερίνη Στριφτού. Γεννημένοι και οι δυο το 1906, παντρεύτηκαν στις 8 Μαρτίου 1936 και έμειναν μαζί μέχρι το θάνατό της, την 1η Μαΐου 2000. Καθόλου τυχαία, τα επόμενα οκτώ χρόνια, που καλύπτει η αυτοβιογραφία, τα αποκαλεί “χρόνια επιβίωσης”. Συνοψίζοντας την συνολική εντύπωση από το βιβλίο, δυο τινά θα πρέπει να συμβαίνουν: Είτε ο Κριαράς είναι τέρας μνήμης είτε το συγκεκριμένο “αγώνισμα” της βιογραφικής διήγησης το έκανε συστηματικά και με ιδιαίτερη επιμέλεια. Ούτως ή άλλως, και τα δυο συνιστούν βασικά χαρακτηριστικά ολόκληρου του έργου του…»

Από την αυτοβιογραφία του Εμμανουήλ Κριαρά
«Πραγματώσεις και όνειρα, σταθμοί μιας πορείας», Ιανός 2001
«Γεννήθηκα στον Πειραιά το 1906. Τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα στον Αδάμαντα της Μήλου. Ολοκλήρωσα τα μαθήματα της δημοτικής και της μέσης εκπαίδευσης στα Χανιά της Κρήτης κατά τα χρόνια 1914-1924. Σπούδασα φιλολογία στην Αθήνα στα χρόνια 1924-1929 και αργότερα στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (1930) και του Παρισιού (1938-1939 και 1945-1948). Αναπολώντας τα γεγονότα μιας μακράς ζωής προσπαθώ να κατανοήσω ουσιαστικότερα τι ακριβώς είναι αποτυχία ή επιτυχία στη ζωή· ακόμη τι είναι αγαθή ή δυσμενής συγκυρία που παίρνει το χαρακτηρισμό της επιτυχίας ή της αποτυχίας (...).
Δε θα χαρακτήριζα, εγώ τουλάχιστον, ατυχία της ζωής μου το ότι δε γεννήθηκα σε εύπορη οικογένεια. Καταλαβαίνω ότι πολύ συχνά η ευημερία δεν είναι καλή προϋπόθεση για την πρόοδο και την προκοπή του νέου ανθρώπου. Νομίζω οπωσδήποτε ότι το περιβάλλον στο οποίο βρέθηκα με τη γέννησή μου και ειδικότερα οι οικογενειακές μου συνθήκες δε με άφησαν να «αποκοιμηθώ» και να αμεριμνήσω, στηριζόμενος σε δυνάμεις και δυνατότητες που αντικειμενικά δεν υπήρχαν. Με τις προϋποθέσεις ακόμη αυτές τα μαθητικά μου χρόνια πέρασαν ομαλά στο χώρο της μάθησης και με ικανοποιητικές μάλιστα αποδόσεις. Ορισμένοι παράγοντες και ορισμένες προϋποθέσεις που προϋπήρξαν συνετέλεσαν ώστε να αναδεικνύομαι ένας μεταξύ των πρώτων κατά τα μαθητικά μου χρόνια. Ορισμένα εξωσχολικά διαβάσματα και επιδράσεις ορισμένων διδασκάλων μου βοήθησαν ώστε τελειώνοντας το γυμνάσιο στα Χανιά να έχω, πρόωρα ίσως, αποκρυσταλλώσει συγκεκριμένη ιδεολογία και στο γλωσσικό, που από παλιότερα απασχολούσε τη διανόηση της εποχής μας, και σε άλλα κοινωνικά και φιλοσοφικά θέματα. Παράλληλα διαπίστωνα ότι οι όποιες ικανότητές μου και τα όποια πνευματικά μου ενδιαφέροντα μού καλλιεργούσαν την έφεση να σπουδάσω φιλολογία, ενώ η οικονομική κατάσταση της οικογένειας δε με ευκόλυνε να πραγματοποιήσω το διακαή πόθο μου για τη φιλολογική επιστήμη. Ομως ο από μηχανής θεός δεν άργησε να φανεί. Στο σημείο αυτό θέλω να δηλώσω την ευγνωμοσύνη μου σε δύο δασκάλους μου της μέσης εκπαίδευσης: τον Εμμανουήλ Γενεράλι, που μου δίδαξε την ελληνική γλώσσα, και τον Ιωάννη Μοσχόπουλο, που μου άνοιξε τους πνευματικούς μου ορίζοντες.
Η επανάσταση του Πλαστήρα (1922-23), διαπιστώνοντας ότι ελάχιστοι νέοι παρουσιάζονταν τότε πρόθυμοι να σπουδάσουν φιλολογία, φυσικά και μαθηματικά, είχε αποφασίσει να ιδρύσει οικοτροφείο που θα παρείχε σίτιση και στέγαση σε νέους που θα ήθελαν να σπουδάσουν τις παραπάνω επιστήμες. Τη λειτουργία ενός τέτοιου ιδρύματος (του Ακαδημαϊκού Οικοτροφείου, όπως ονομάστηκε) την πραγματοποίησε η πρώτη δημοκρατική κυβέρνηση, η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου (1924). Είχε τότε δοθεί από το υπουργείο παιδείας η εντολή στους κατά τόπους συλλόγους καθηγητών των γυμνασίων να επιλέξουν ανάμεσα στους αποφοίτους τους εκείνους που θα ξεχώριζαν στις επιδόσεις τους και θα επιθυμούσαν να σπουδάσουν μια από τις επιστήμες που ανέφερα προηγουμένως. Από το γυμνάσιό μου τρεις νέους ξεχώρισε ο σύλλογος των καθηγητών: το Στέλιο Καψωμένο, το Νίκο Τωμαδάκη και το Μανόλη Κριαρά. Ετσι μου δόθηκε η ευκαιρία να ικανοποιήσω τον πόθο μου και να σπουδάσω τη φιλολογική επιστήμη.
Στο σημείο αυτό θα μπορούσα να δώσω μια γενική εικόνα της πνευματικής ατμόσφαιρας της Σχολής, στην οποία φοιτούσα, χαρακτηρίζοντας συνάμα και τη νοοτροπία ορισμένων τουλάχιστον δασκάλων μου στους φιλολογικότερους κλάδους που μπορούσαν να μας επηρεάσουν. Εχω και άλλοτε διατυπώσει εντυπώσεις σχετικές και κρίσεις. Συνοπτικά εδώ σημειώνω ότι εμείς τα παιδιά δεν ήμασταν ασφαλώς σε θέση να κρίνομε ακριβοδίκαια τους δασκάλους μας σε επιστημονικό επίπεδο, όμως μερικοί από μας μπορούσαμε να κρίνομε τη γενικότερη πνευματική τους νοοτροπία, καθώς εμείς είχαμε ήδη προσανατολιστεί προς ορισμένες ιδεολογίες. Διαπιστώναμε λοιπόν το κατεξοχήν συντηρητικό πνεύμα (ιδίως στο χώρο του γλωσσικού ζητήματος) που χαρακτήριζε τους περισσότερους από τους καθηγητές της Σχολής. Λίγοι ξεχώριζαν από τη γενική κατεύθυνση. Ο Παναγής Λορεντζάτος π.χ. στάθηκε θαρραλέος υπερασπιστής της δημοτικής γλώσσας (απομακρύνθηκε μάλιστα από τη Σχολή κατά τις πρόσκαιρες και βιαστικές απολύσεις μετά το κίνημα του 1935). Και άλλοι νεότεροι καθηγητές της Σχολής, ο Κωνσταντίνος Αμαντος, ο Νίκος Βέης, ο Γεώργιος Αναγνωστόπουλος, έφεραν κάποιαν ανανέωση της γλωσσικής νοοτροπίας της Σχολής, που ορισμένους από μας μας απογοήτευε. Και ο Σ. Κουγέας, παλιότερος καθηγητής μας, ενίσχυε το δημοτικισμό μας με την ανεκτικότητα και την ανεξιγλωσσία που έδειχνε. Θα σημείωνα επιπροσθέτως ότι στα 1926 η δικτατορία Παγκάλου για λόγους «αιματηρών οικονομιών», όπως έλεγαν τότε, μεταξύ άλλων μέτρων αποφάσισε την κατάργηση του λιγόζωου Ακαδημαϊκού Οικοτροφείου. Πάλι μου προβαλλόταν νέο εμπόδιο για να συνεχίσω τις σπουδές μου, που βρίσκονταν ακόμη στο μέσον τους. Ομως και πάλι από την εύνοια των περιστάσεων το προσωπικό μου πρόβλημα βρίσκει τη λύση του. Η υποχρέωσή μου να εκτελέσω τότε τη στρατιωτική θητεία μου στο πολεμικό ναυτικό (ήμουν γιος ναυτικού) διευκόλυνε τη συνέχιση των σπουδών μου. Υπηρετώ για ένα εξάμηνο σε πολεμικό πλοίο, αργότερα όμως μετατίθεμαι στο υπουργείο ναυτικών (το μέγαρό του πολύ κοντά στο πανεπιστήμιο) και τώρα με συγκατάθεση των προϊσταμένων της υπηρεσίας μου παρακολουθώ κατά το δυνατόν τα μαθήματά μου στο πανεπιστήμιο. Η απόλυσή μου από το ναυτικό (το Μάιο του 1928) συμπίπτει με το τέλος της παρακολούθησης των μαθημάτων στο πανεπιστήμιο. Αποκτώ το πτυχίο της φιλολογίας το φθινόπωρο του 1929.
Ως προς τις περαιτέρω σπουδές μου στο εξωτερικό σημειώνω ότι αναβλήθηκαν πρώτα πρώτα εξαιτίας του γεγονότος ότι αμέσως μετά τις βασικές μου πανεπιστημιακές σπουδές έγινε η πρόσληψή μου ως συνεργάτη στο τότε (1930) ιδρυμένο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών και πριν απ' αυτήν η ολιγόμηνη σχετική με το έργο του Αρχείου μετεκπαίδευσή μου στο Μόναχο (πανεπιστήμιο - καθηγητής August Heisenberg - Θησαυρός της λατινικής γλώσσας). Κατόπιν επηρέασε το χρόνο έναρξης της μετεκπαίδευσης στο εξωτερικό το γεγονός ότι εξαιτίας των δημοτικιστικών μου αντιλήψεων συκοφαντήθηκα και στην επιτροπή παροχής υποτροφιών (Σταθάτειο κληροδότημα) και στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Τρίτον, από το γεγονός της έναρξης του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου (1939) που με ανάγκασε, διακόπτοντας τις περαιτέρω σπουδές μου στη Γαλλία, να επιστρέψω στην Ελλάδα. Ετσι σε προχωρημένη για σπουδαστή ηλικία κατόρθωσα να συνεχίσω ανεμπόδιστα πια τις περαιτέρω σπουδές μου στην αλλοδαπή μετά το τέλος του πολέμου (Μάιος του 1945 - Απρίλιος του 1948). Κατά την περίοδο αυτήν και μετά την ανακήρυξή μου σε διδάκτορα από τη Φιλοσοφική της Αθήνας (φθινόπωρο του 1938) με διατριβή σχετική με τις πηγές του Ερωτόκριτου προετοίμαζα τον εαυτό μου για μια ακαδημαϊκή σταδιοδρομία για τη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας, παλαιότερης και νεότερης, παρακολουθώντας όχι μόνο μαθήματα νεοελληνικής και μεσαιωνικής λογοτεχνίας (καθηγητές Andre Mirambel, Rodolphe Guilland, Alphonse Dain και άλλους), αλλά και μαθήματα συγκριτικής γραμματολογίας (καθηγητές Jean-Marie Carre, Paul Hazard, Paul van Tieghem). Επίσης ενδιαφερόμουν να κατατοπιστώ στη μεθοδολογία έρευνας των νεότερων λογοτεχνιών και μάλιστα της γαλλικής λογοτεχνίας. Το θέμα της διδακτορικής εργασίας μου, που σχετίζεται με έρευνα λογοτεχνικών πηγών, με παρακίνησε να ενδιαφερθώ ειδικότερα για τη συγκριτική γραμματολογία έχοντας τη γνώμη ότι ο τελευταίος αυτός κατατοπισμός θα με βοηθήσει στο μέλλον να ερευνήσω συστηματικότερα θέματα της νέας ελληνικής φιλολογίας. Είχα μάλιστα συλλέξει πλούσιο ερευνητικό υλικό για τη συγγραφή διδακτορικής διατριβής (doctorat d' etat), γαλλικά συγκροτημένης με τίτλο: «Les idees litteraires en Grece au XIXe siecle et l' influence francaise». Την ολοκλήρωση της μελέτης ματαίωσε η αποτυχία μου να εκλεγώ καθηγητής της νέας ελληνικής φιλολογίας το 1948 στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και η μεταγενέστερη εκλογή μου το 1950 σε έδρα όχι της άμεσης προτίμησής μου την έδρα της βυζαντινής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που με κράτησε, εν μέρει τουλάχιστον, μακριά από τις έρευνές μου της νέας ελληνικής λογοτεχνίας, μου έδωσε όμως την ευκαιρία να αποφασίσω τη σύνταξη του μεσαιωνικού λεξικού μου.
Στο σημείο αυτό μου παρέχεται η ευκαιρία να πω λίγα λόγια για το δημοτικισμό μου και τις σχετικές μ' αυτόν προσπάθειές μου. Δημοτικιστής ήμουν ήδη από τα τελευταία μαθητικά μου χρόνια στο γυμνάσιο (1923 και εξής). Η δημοτικιστική μου ιδεολογία με τον καιρό γινόταν συνεπέστερη και πιο ολοκληρωμένη. Ομως καθαρά επιστημονικά μου δημοσιεύματα, μικρότερα ή εκτενέστερα, έβλεπαν το φως διατυπωμένα σε καθαρεύουσα, μια και δε γίνονταν δεκτά σε επιστημονικά περιοδικά αν ήταν γραμμένα σε δημοτική γλώσσα. Από τα χρόνια της Κατοχής η συχνότητα της ανάγκης για αντίσταση κατά του κατακτητή ήταν για πολλούς φυσικό να συνδυαστεί με την ανάγκη να αναληφθεί αγώνας και τότε και αργότερα για κάποιο κοινωνικό μετασχηματισμό, που βέβαια θα έφερνε και μια πιο ικανοποιητική ρύθμιση των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων. Οι σκέψεις αυτές οδηγούσαν σε ένα μαχητικότερο δημοτικισμό και στο γενικότερο αγώνα για αντίσταση κατά του κατακτητή. Και εγώ, καθώς και οι συνάδελφοί μου στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης, όταν έγινα μέλος της, και στο πλαίσιο των μαθημάτων μας και στις άλλες εξωπανεπιστημιακές πνευματικές εκδηλώσεις μας διακηρύσσαμε το δημοτικισμό μας…»

Η συγγραφική παρουσία του Εμμανουήλ Kριαρά
Επί εβδομήντα χρόνια ο Εμμανουήλ Kριαράς (Πειραιάς, 1906) καλλιεργεί πολύ αποδοτικά τη φιλολογική έρευνα, με κύρια χαρακτηριστικά του έργου του τα δημώδη μεσαιωνικά ελληνικά κείμενα, τη μελέτη των πηγών (συγκριτική μέθοδος), τη νεοελληνική γλώσσα, τον Δημοτικισμό και την αντίστοιχη λεξικογραφία και όλα αυτά με πληθώρα έργων, με νηφάλιο τρόπο και με σεβασμό στην αντίθετη γνώμη. Χονδρικά μπορούμε να διακρίνουμε δύο μεγάλες κατηγορίες συγγραφών του: α) φιλολογική, γλωσσική και λεξικογραφική έρευνα σε δημώδη μεσαιωνικά ελληνικά κείμενα και β) αντίστοιχη έρευνα σε νεοελληνικά κείμενα.
Α. Στην πρώτη κατηγορία έχουμε τις ακόλουθες ενότητες:
1) Kριτική έκδοση και ερμηνεία κειμένων:
Γεωργίου Χορτάτση, Πανώρια, Θεσσαλονίκη 1975 (είχε εκδοθεί ως Γύπαρις κτλ., Αθήναι 1940),
[Πέτρος] Kατσαΐτης, Ιφιγένεια-Θυέστης-Kλαθμός Πελοποννήσου, Αθήνα 1950.
Βυζαντικά ιπποτικά μυθιστορήματα [Kαλλίμαχος και Χρυσορρόη, Βέλθανδρος και Χρυσάτζα, Φλώριος και Πλάτζια-Φλώρα, Ιμπέριος και Μαργαρώνα], Αθήναι 1955.
Ανακάλημα της Kωνσταντινόπολης κτλ. [είναι θρήνος για την Αλωση], β' έκδοση, Θεσσαλονίκη 1965 (α' έκδοση 1956).
2) Μικρότερες μελέτες για τη δημώδη μεσαιωνική ελληνική γραμματεία και γλώσσα. Εχουν συγκεντρωθεί σε δύο επιβλητικούς τόμους με τίτλο Μεσαιωνικά Μελετήματα. Γραμματεία και γλώσσα, Θεσσαλονίκη 1988 (=81 μελετήματα με πολλά ευρετήρια).
3) Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), τόμοι Α'-ΙΔ', Θεσσαλονίκη 1969-1997 (α-παραθήκη). Πρόκειται για έργο πραγματικά σπουδαίο, καύχημα της ελληνικής επιστήμης διεθνώς αναγνωρισμένο. Δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο Kριαράς (Γλωσσοφιλολογικά κτλ., Θεσσαλονίκη 2000, σ. ι'), προβλέπεται ότι θα ολοκληρωθεί από το «Kέντρο Ελληνικής Γλώσσας» (KΕΓ) της Θεσσαλονίκης, στο οποίο έχει παραχωρήσει το σύνολο των αρχείων του Λεξικού του.
Β'. Στη δεύτερη κατηγορία έχουμε πλήθος βιβλίων, μελετών, παρεμβάσεων και άρθρων, στα οποία η έρευνα του Kριαρά έχει σταθερόν άξονα τα πρόσωπα και τα πράγματα του Δημοτικισμού, τα συναφή θέματα ιστορίας του Γλωσσικού Ζητήματος, τη λεξικογράφηση και την ορθή χρήση της νεοελληνικής γλώσσας. Η ενασχόλησή του με τα θέματα αυτά γίνεται πυκνότερη μετά την αναγνώριση της Δημοτικής από την Πολιτεία το 1976. Μπορούμε και εδώ να διακρίνουμε, χονδρικώς πάντοτε, τις ακόλουθες ενότητες:
1) Βιβλία για εξέχουσες προσωπικότητες του Δημοτικισμού:
Διονύσιος Σολωμός. Ο βίος - Το έργο, Αθήνα 1972 (α' έκδοση, Θεσσαλονίκη 1957).
Ψυχάρης. Ιδέες-αγώνες-ο άνθρωπος, Αθήνα 1981 (α' έκδοση, Θεσσαλονίκη 1959).
Kωστής Παλαμάς. Ο αγωνιστής του Δημοτικισμού και η κάμψη του, Αθήνα 1997.
Ελισαίος Γιανίδης, ο νηφάλιος, Θεσσαλονίκη 1999.
2) Μικρότερες μελέτες για το Δημοτικισμό, που έχουν συγκεντρωθεί σε τόμους:
Φιλολογικά Μελετήματα, 19ος αιώνας, Αθήνα 1979. (Σολωμός, Βηλαράς, Kάλβος, Ψυχάρης, Kονεμένος, Tommaseo).
Πρόσωπα και θέματα από την ιστορία του Δημοτικισμού, τόμος Α', Αθήνα 1986. (Ροΐδης, Βλάχος, Kονεμένος, Βερναρδάκης, Πάλλης, Παλαμάς, Τριανταφυλλίδης, Βενιζέλος).
Λόγιοι και Δημοτικισμός, Αθήνα 1987. (Σταθμοί του Γλωσσικού Ζητήματος, Γλωσσική κακοδαιμονία, ο «Λόγος» της Πόλης, Συκουτρής, Γληνός, Ι. Kακριδής, Ν. Ανδριώτης, Πέτρος Χάρης, μονοτονικό σύστημα ορθογραφίας κ.ά.).
Η γλώσσα μας. Παρελθόν και παρόν, Θεσσαλονίκη 1992. (Ιστορικά του Δημοτικισμού: Ψυχάρης, Αμαντος, Τριανταφυλλίδης, Βάρναλης, Αποστολάκης, Kουντουράς, Φώτος Πολίτης, Ι. Θ. Kακριδής, Δημαράς, Λίνος Πολίτης, Τσοπανάκης, Πρεβελάκης, Νίκος Σβορώνος, Σταμάτης Kαρατζάς κ.ά. Προβλήματα της σύγχρονης γλώσσας. Το μονοτονικό κ.ά. διάφορα = 82 θέματα -ογκώδης τόμος με πολλά ευρετήρια).
Θητεία στη γλώσσα, Αθήνα 1998. (Αλλες μελέτες για πρόσωπα και πράγματα του Δημοτικισμού: Ξενόπουλος, Φωτιάδης, Χρηστίδης, Kαζαντζάκης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ελύτης, Στυλιανός Αλεξίου, Τσοπανάκης, Μπαμπινιώτης, Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης, Μικρά γλωσσικά, Αναμνήσεις, Διάφορα = 44 θέματα -ωραίος τόμος με αναλυτικά ευρετήρια).
Γλωσσοφιλολογικά: Υστερο Βυζάντιο - Νέος Ελληνισμός, Θεσσαλονίκη 2000. (Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Ερωτόκριτος, Μοισιόδακας, Πέτρος Kατσαΐτης, Πάλλης, Τριανταφυλλίδης, Kαζαντζάκης, Βάρναλης κ.ά. Γλωσσικά και λεξικογραφικά άρθρα και σημειώματα = 110 θέματα -επιβλητικός τόμος με πολλά ευρετήρια).
3) Μελέτες και άρθρα για την ορθή χρήση της Δημοτικής (συγκεντρωμένα σε τόμους):
Αρθρα και σημειώματα ενός δημοτικιστή, Θεσσαλονίκη 1979.
Η σημερινή μας γλώσσα. Μελετήματα και άρθρα, Θεσσαλονίκη 1984.
Τα πεντάλεπτά μου στην ΕΡΤ και άλλα γλωσσικά, Θεσσαλονίκη 1988 (α' έκδοση, 1987). Είναι οι εκπομπές του στην τηλεόραση για την ορθή χρήση της Δημοτικής.
4) Νέο Ελληνικό Λεξικό της Σύγχρονης Δημοτικής Γλώσσας, Αθήνα 1995. Οπως το πολύτομο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669) αποτελεί απόσταγμα (και επιστέγασμα) των μεσαιωνικών μελετών του Kριαρά, έτσι και το σύντομο Λεξικό της Σύγχρονης Δημοτικής είναι ώριμος καρπός της πολύχρονης αναστροφής του με τη Νεοελληνική γλώσσα (ιδίως εκείνην του Δημοτικισμού) και αποτελεί εγκυρότατο λεξικό πολλαπλών χρήσεων.
5) Ο Εμμανουήλ Kριαράς είναι σήμερα ο πρωτεργάτης του μονοτονικού συτήματος ορθογραφίας για τη Νεοελληνική γλώσσα (παλαιότερα ήταν ο Ι. Θ. Kακριδής - Η δίκη των τόνων, 1943). Το σύστημα αυτό έχει επιβληθεί και νομοθετικά από την Πολιτεία στα σχολεία και στη Διοίκηση (απόφαση της Βουλής των Ελλήνων, 11/12 Ιανουαρίου 1982). Πολλοί όμως άνθρωποι της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών, έγκριτοι καθ' όλα και οπαδοί του Δημοτικισμού και των ιδεών του, δεν είναι πρόθυμοι να δεχθούν την τονική αυτή μεταρρύθμιση (για λόγους επιστημονικούς και ιστορικούς) και συνεχίζουν το παραδοσιακό σύστημα οθογραφίας. Αλλά σταματώ εδώ, γιατί το ζήτημα δεν είναι όσο φαίνεται απλό, και απαιτεί ευρύτερη ανάπτυξη.
Η μακρά και αδιάκοπη ενασχόλησή του Εμμανουήλ Kριαρά με τη μεσαιωνική και τη νεοελληνική γλώσσα οφείλεται στην ακλόνητη πίστη του στο Kίνημα του Δημοτικισμού, στο οποίο εντάχθηκε από νέος. Το Kίνημα του Δημοτικισμού ήταν αίτημα πνευματικό και γενικότερα ανανεωτικό για τη νεοελληνική κοινωνία -και ο Kριαράς το υπηρέτησε μαχητικά και το μελέτησε δημιουργικά απ' όλες τις πλευρές του: τη λογοτεχνική, την εκπαιδευτική, την επιστημονική και την κοινωνική. Αυτή η μεγάλη προσφορά του στον τόπο αναγνωρίζεται απ’ όλους και τον τιμά με ανυπόκριτο σεβασμό και βαθύτατη εκτίμηση.
Από την Καθημερινή 11-03-2001
|